Η συμβολή του διαιτολόγου στην ισορροπημένη διατροφή.


Ο ρόλος του διαιτολόγου είναι να ενισχύσει την προσπάθεια του ατόμου για την υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής μέσα από την διατροφική εκπαίδευση και όχι να σου επιβάλει τι να κάνεις και να σε κρίνει.


Οι περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι σκέφτονται να κάνουν μια προσπάθεια να βελτιώσουν τη διατροφή τους, είτε αυτή έχει ως στόχο την απώλεια βάρους, είτε την υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής γενικότερα ή την διατροφική διαχείριση ενός προβλήματος υγείας, διστάζουν και θεωρούν όλη αυτή την προσπάθεια δύσκολη και πιεστική.


Η πεποίθηση η οποία επικρατεί είναι πως ξεκινώντας συνεδρίες με έναν διαιτολόγο θα πρέπει να στερηθείς γεύσεις και απολαύσεις και να μπεις σε ένα αυστηρό πρόγραμμα. Η προσπάθεια υιοθέτησης μιας ισορροπημένης διατροφής, ανεξαρτήτως τελικού στόχου, φαντάζει δύσκολη και ο διαιτολόγος είναι στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων ως ο “κακός” της υπόθεσης ο οποίος καλείται να αστυνομεύσει την όλη προσπάθεια. Από την άλλη, υπάρχει και η μερίδα των ατόμων που θεωρούν ότι είναι κάτι πολύ απλό. “Μπορώ να το κάνω μόνος μου! Τι διαφορετικό θα μου συστήσει να κάνω ένας διαιτολόγος; Και ναι και φυσικά μπορείς! Εσύ το κάνεις, ούτως ή άλλως. Εσύ ξυπνάς το πρωί, εσύ πας για δουλειά, εσύ φροντίζεις την οικογένεια, εσύ μαγειρεύεις, εσύ ψωνίζεις, εσύ επιλέγεις τι θα καταναλώσεις, εσύ και μόνο εσύ θα καταφέρεις να πετύχεις σε αυτή την προσπάθεια. Χρειάζεσαι όμως καθοδήγηση, επομένως εμπιστεύσου τον διαιτολόγο σου.

Το αυξημένο βάρος δεν επιδρά αρνητικά μόνο στην ψυχολογία και την εμφάνιση μας αλλά σχετίζεται άμεσα με την υγεία, που είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Πολλές είναι άλλωστε οι ασθένειες που μπορεί να προκύψουν από την αύξηση βάρους στο σώμα, όπως για παράδειγμα τα καρδιαγγειακά νοσήματα.


Ο διαιτολόγος ή ακόμα καλύτερα ο κλινικός διαιτολόγος είναι επάγγελμα καθοριστικής σημασίας για τον άνθρωπο, μιας και μπορεί να συμβουλέψει γυναίκες κατά τη διάρκεια της κύησης μέχρι και άτομα στα βαθιά γεράματα. Εκτός από την παροχή συμβουλών σε φυσιολογικές κατάστασης (π.χ. κύηση – θηλασμός, βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία ενήλικη και γεροντική ηλικία), έχει σοβαρό ρόλο και στην πρόληψη χρόνιων ασθενειών (π.χ. καρκίνος, διαβήτης, οστεοπόρωση, αιματολογικά προβλήματα κτλ). Το πιο σημαντικό κομμάτι όμως που έχει ένας κλινικός διαιτολόγος είναι η αντιμετώπιση νοσημάτων μέσω της σωστής σίτισης ατόμων και ίσως η αντιμετώπιση παρενεργειών που προκαλούν τα φάρμακα (π.χ. ανορεξία, δυσκοιλιότητα, αφυδάτωση κτλ), χρόνιων νόσων. Παρ’ όλα αυτά μόνο με μια λιπομέτρηση, ο διαιτολόγος μπορεί να αξιολογήσει το σπλαχνικό λίπος που βρίσκεται στο σώμα, καθώς σχετίζεται άμεσα με την πιθανότητα ανάπτυξης καρδιαγγειακών παθήσεων.

Σε ένα άλλο κομμάτι που μπορεί να εμπλακεί ο διαιτολόγος είναι στο να καλύπτει τις ανάγκες ατόμων που ασχολούνται με τον αθλητισμό, ώστε να έχουν όσο πιο καλή επίδοση γίνεται (π.χ. μείωση λίπους, ανάπτυξη μυϊκής μάζας, πρόληψη μικροτραυματισμών). Τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά, άτομα τα οποία ασχολούνται επαγγελματικά με τον αθλητισμό, χρειάζεται να συμβουλεύονται τον προσωπικό τους διαιτολόγο.


Συμπερασματικά, ένας διαιτολόγος πρέπει να μεταφέρει όλες τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες στο άτομο που έχει απέναντι του , ώστε να αποφασίζει μόνος του τι θα επιλέξει να καταναλώσει και, τελικά, να υιοθετήσει μια ισορροπημένη διατροφή για πάντα.


Γράφει: Έλλη Μπαγιαζίδου Διατροφολόγος -Διαιτολόγος