Βουβωνοκήλη: Ποια είναι η σύγχρονη και οριστική αντιμετώπιση της;



Η βουβωνοκήλη αποτελεί μία συχνή πάθηση με σημαντικά μεγαλύτερη επίπτωση στον ανδρικό πληθυσμό. Κλινικά εκδηλώνεται με τη μορφή διόγκωσης στην βουβωνική χώρα, η οποία σταδιακά με την πάροδο του χρόνου αυξάνεται σε μέγεθος κατά την όρθια θέση ή την αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης. Να σημειωθεί ότι στα αρχικά στάδια της νόσου, πριν εμφανιστεί η διόγκωση, ο ασθενής συχνά παραπονείται για ήπιο άλγος στη βουβωνική χώρα, το οποίο επιδεινώνεται με τις κινήσεις καθώς και με την παρατεταμένη ορθοστασία.

Αντιμετώπιση της πάθησης.

Η βουβωνοκήλη από τη στιγμή της διάγνωσής της αποτελεί αποκλειστικά χειρουργική πάθηση, καθώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί πλην της χειρουργικής επέμβασης. Η βασική επιπλοκή που μπορεί να συμβεί σε έναν ασθενή με βουβωνοκήλη είναι η περίσφιξή της. Η επιπλοκή αυτή εκδηλώνεται όταν η κήλη (συνήθως μετά από κάποια απότομη άρση βάρους) δεν μπορεί πλέον να αναταχθεί, να επιστρέψει δηλαδή στο εσωτερικό της κοιλιάς, προκαλώντας έντονο. Η μη ανάταξη της κήλης εντός λίγων ωρών μπορεί να οδηγήσει σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση, με αυξημένη επικινδυνότητα ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς.

Οριστική λύση με ελάχιστα επεμβατική ή λαπαροσκοπική χειρουργική.

Η εισαγωγή στην κλινική πράξη της ελάχιστα επεμβατικής ή λαπαροσκοπικής χειρουργικής άλλαξε σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε πολλές χειρουργικής παθήσεις. Η ελαχιστοποίηση του μετεγχειρητικού πόνου, η μικρότερη διάρκεια νοσηλείας, η ταχύτερη επάνοδο στην καθημερινή δραστηριότητα και εργασία, το καλύτερο κοσμητικό αποτέλεσμα καθώς και η σημαντική μείωση επιπλοκών που έχουν σχέση με το κοιλιακό τραύμα (μετεγχειρητικές κήλες, συμφύσεις), καθιστούν σήμερα τη ελάχιστα επεμβατική χειρουργική την πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση της πλειονότητας των χειρουργικών παθήσεων.

Η πρώτη λαπαροσκοπική αποκατάσταση βουβωνοκήλης πραγματοποιήθηκε το 1992. Έκτοτε η μέθοδος έχει εξελιχθεί τεχνικά με αποτέλεσμα να αποτελεί σήμερα σε πολλά κέντρα την πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση της βουβωνοκήλης, αντικαθιστώντας την κλασσική ανοικτή χειρουργική. Για τη λαπαροσκοπική (ενδοσκοπική) αποκατάσταση της βουβωνοκήλης έχουν αναπτυχθεί δύο βασικές προσπελάσεις, η διακοιλιακή (TransAbdominalPre- Perironeal, TAPP) και η ολικά εξωτεριτοναϊκή (TotalExtra-Peritoneal, TEP) προσπέλαση. Στην πρώτη ο χειρουργός προσεγγίζει την περιοχή της κήλης μέσα από την περιτοναϊκή κοιλότητα, όπως στην κλασσική λαπαροσκόπηση. Το μειονέκτημα της μεθόδου αυτής είναι η πιθανότητα κάκωσης ενδοκοιλιακών οργάνων, καθώς και η ανάγκη διάνοιξης και στη συνέχεια επανασυρραφής του περιτοναίου. Αντίθετα, στην ολικά εξωπεριτοναϊκή προσπέλαση, ο χειρουργός προσεγγίζει την περιοχή της κήλης διαχωρίζοντας τα μυοαπονευρωτικά πέταλα του προσθίου κοιλιακού τοιχώματος χωρίς να τα διατέμνει ούτε να εισέρχεται στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Τα πλεονεκτήματα της προσπέλασης αυτής έχουν επιβεβαιωθεί σε πολλές μελέτες με αποτέλεσμα η μέθοδος να έχει σταδιακά αντικαταστήσει την πρώτη.

Η επέμβαση της ολικά εξωπεριτοναϊκής αποκατάστασης της βουβωνοκήλης πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία μέσω τριών ελαχίστου μήκους τομών (μίας τομής 1 εκ. αμέσως κάτω από τον ομφαλό και άλλες δύο τομές 5 χιλ. υπερηβικά και στην πλάγια κοιλιακή χώρα), ενώ δεν είναι απαραίτητη η τοποθέτηση καθετήρα κύστης.

Η μετεγχειρητική ανάρρωση του ασθενούς είναι ταχύτατη. Ήδη λίγες ώρες μετά από το χειρουργείο αρχίζει η κινητοποίηση και η σίτιση του. Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι ελάχιστος, ενώ ο ασθενής λαμβάνει εξιτήριο το απόγευμα της ημέρας του χειρουργείου ή το πρωί της επόμενης. Η επάνοδος στην καθημερινή και επαγγελματική δραστηριότητα του μπορεί να γίνει μέσα σε ελάχιστες ημέρες. Για τον πρώτο μήνα μετά την επέμβαση ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγει την έντονη σωματική δραστηριότητα.

Σε ποιους ασθενείς ενδείκνυται η ενδοσκοπική αποκατάσταση της βουβωνοκήλης;

Η ενδοσκοπική αποκατάσταση της βουβωνοκήλης μπορεί να εφαρμοστεί στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών με βουβωνοκήλη. Ιδιαίτερα για ασθενείς με αμφοτερόπλευρη βουβωνοκήλη, η μέθοδος έχει απόλυτη ένδειξη καθώς μας δίνει τη δυνατότητα αποκατάστασης και των δύο κηλών χρησιμοποιώντας τις ίδιες τομές μειώνοντας έτσι σημαντικά το εγχειρητικό τραύμα. Επίσης, η μέθοδος έχει απόλυτη ένδειξη σε περιπτώσεις υποτροπής της βουβωνοκήλης μετά από ανοικτή επέμβαση (είτε έχει τοποθετηθεί πλέγμα είτε όχι) καθώς η προσπέλαση ακολουθεί ένα καθαρό ανατομικό πλάνο. Πιθανές σχετικές αντενδείξεις για την εφαρμογή της μεθόδου αποτελούν το ιστορικό προηγηθείσας επέμβασης στον προπεριτοναϊκό χώρο (ριζική προστατεκτομή) καθώς και η παρουσία ευμεγέθους οσχεοβουβωνοκήλης.

Τα πλεονεκτήματα της ολικά εξωπεριτοναΪκής προσπέλασης μεγιστοποιούνται από τη χρήση ειδικών τρισδιάστατων πλεγμάτων. Τα πλέγματα αυτά μετά την τοποθέτησή τους στον προπεριτοναϊκό χώρο αυτοεκτπύσσονται λαμβάνοντας αυτόματα το σχήμα της οπισθίας επιφάνειας του κατώτερου κοιλιακού τοιχώματος. Η ιδιότητά τους αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μην απαιτείται καθήλωση του πλέγματος με συρραπτικά, η οποία αποτελεί αίτιο ανάπτυξης μετεγχειρητικής νευραλγίας.

Γράφει:Βασίλειος Παπαζιώγας Γενικός Χειρουργός Καθηγητής Χειρουργικής Α.Π.Θ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Μονάχου Διευθυντής Β' Χειρουργικής Κλινικής Α.Π.Θ.

  • Instagram
  • LinkedIn

©2019 by Healthclick. Proudly created with Wix.com